Τα μέλη μας
Αντωνιάδου Χριστοφίδου Άνδρη

Πληροφορίες μέλους: 
Κατηγορία: Ποίηση, Μυθιστόρημα, Διήγημα, Δοκίμιο-Έρευνα
Τόπος Γέννησης: Λεμεσός
Σπουδές: 1) Bachelor of Arts (Honours): Γαλλική και Ισπανική Φιλολογία, University of London
2) Licence es Sciences de l’ Education: Εκπαιδευτική Ψυχολογία και Παιδαγωγικά, Universite Paris Sorbonne
3) Master of Arts: Σύγχρονες Γαλλικές Σπουδές, University of London
Επαγγελματική Σταδιοδρομία: Βοηθός Διευθύντρια Α΄, Μέση Εκπαίδευση Κύπρου
Τιμητικές Διακρίσεις: 2001 - Τιμητική διάκριση για την ποίηση της από το Υπουργείο Νοτιοανατολικού Αιγαίου και τον Πολιτιστικό Σύλλογο Γυναικών Ρόδου
2007 - Γ’ Πανελληνιο Βραβείο ποίησης απο την Πανελλήνια Ενωση Λογοτεχνών
2008 - Τιμητική διάκριση για την ποίηση της από την Εταιρεία Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδας
2009 - Β΄ Πανελλήνιο Βραβείο Θεατρικού Έργου για το έργο της Αυταπάτες
2009 - Βραβείο ποίησης από την Ένωση Συγγραφέων και Λογοτεχνών Ευρώπης
2009 - Έπαινος για την ποίηση της στους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης
2010 - Τιμητική διάκριση για την ποίηση από την Εταιρεία Τεχνών, Επιστήμης  και Πολιτισμού  Κερατσινίου
2010 - Τιμητική διάκριση για το διήγημα από την Εταιρεία Τεχνών,  Επιστήμης  και  Πολιτισμού Κερατσινίου
Εργογραφία: - Ηλιόσταλαγμα (Ποίηση 1984)
- Παλίρροιες (Ποίηση 1986)
- Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα σε τρείς διαστάσεις (Έρευνα 2000)
- Τα ποίηματα της Ευρώπης (Ποίηση 2003, Δίγλωσση Έκδοση: Ελληνικά-Αγγλικά)
- Αυταπάτες (Θεατρικό Έργο, 2008) (Β’ Πανελλήνιο Βραβείο)
- Η βροχή δε σταμάτησε ακόμα (Μυθιστόρημα, 2009)

Συμμετοχές σε διάφορες ανθολογίες
Ξένες Γλώσσες: Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Γερμανικά
Διεύθυνση: Τ.Θ. 53336, Λεμεσός 3302 - Τηλ. 99-478967, 25-363686, 99-696345, e-mail: platanos@cytanet.com.cy

 

Βιβλία:
Η βροχή δε σταμάτησε ακόμα (Μυθιστόρημα)
Απόσπασμα από το
εικοστό κεφάλαιο
(σελ. 247-249)
Μια αχνή ηλιαχτίδα πέρασε μέσα από τη διάφανη, ανάγλυφη με μαργαρίτες, άσπρη δαντελένια κουρτίνα του παραθύρου της και καρφώθηκε πάνω στα ματόκλαδα της Λώρας και τα ανάγκασε να ανοίξουν. Χασμουρήθηκε και γύρισε από το άλλο πλευρό για να συνεχίσει τον ύπνο της αλλά η ηλιαχτίδα συνέχισε να την ενοχλεί κάνοντας παιχνιδίσματα πάνω στα βλέφαρά της. Αναγκάστηκε να σηκωθεί για να τραβήξει τη χοντρή κουρτίνα και τότε ήταν που συνειδητοποίησε ότι ο ήλιος ήταν κάπως δυνατός για απόγευμα. Κοίταξε το ρολόι στο χέρι της και με έκπληξη διαπίστωσε ότι ήταν πρωί, εννιά και δέκα.
Φορούσε ακόμα τα χτεσινά ρούχα και αντιλήφθηκε ότι την είχε πάρει ο ύπνος ανάμεσα σε δάκρυα και ενοχές μετά από δυο ασπιρίνες, ένα ποτηράκι «κουαντρό» και ένα φριχτό πονοκέφαλο. Πολλές ώρες είχαν περάσει από τη στιγμή που επέστρεψε στο δωμάτιο της μέχρι να την πάρει στην αγκαλιά του ο Μορφέας. Είχε βασανίσει και το μυαλό της και την καρδιά της σ’ αυτό το διάστημα για να καταλήξει σε μια απόφαση που θα έπρεπε να είναι η τελική για να μπορέσει να προχωρήσει στη ζωή της.
Ο Φρανσουά ήταν ο κόσμος της όλος τα τελευταία χρόνια και τον αγαπούσε. Ήταν σίγουρη ότι θα την έκανε ευτυχισμένη. Υπήρχαν όμως διάφορα εξωγενή εμπόδια στη σχέση τους, όπως η μητέρα του που με κανένα τρόπο η Λώρα δε θα ήθελε να αντιμετωπίσει, η μόνιμη εγκατάσταση στη Γαλλία και πάνω από όλα η δέσμευση. Η Λώρα ένιωθε ότι δεν ήταν έτοιμη να δεσμευτεί. Τον αγαπούσε πολύ αλλά δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί για παιδιά, για σπίτι και νοικοκυριό. ΄Ηταν πολύ νέα ακόμα και υπήρχαν κάποια πράγματα που ήθελε να κάνει, ίσως και εκείνα που δεν πρόλαβε να κάνει ο αδερφός της, ο Ανδρέας. Ένιωθε ότι ο αδερφός της θα ξαναζούσε μέσα από τη δική της ζωή. Σε μερικά χρόνια ίσως ο γάμος να ήταν το πιο σημαντικό βήμα γι’ αυτή. Έτσι αποφάσισε να απαντήσει στο Φρανσουά και θα το έκανε την ίδια κιόλας μέρα, γιατί δεν του άξιζε να μένει με την αγωνία και την αμφιβολία, αλλά και γιατί η ίδια ήθελε να βρει την ψυχική της ηρεμία.
Το βράδυ που πέρασε ήταν βασανιστικό, με τη σκέψη της να γυρνά πίσω στην παιδική της ηλικία στην Κύπρο και τα δυστυχισμένα εκείνα χρόνια, τα γεμάτα μοναξιά και μιζέρια, με τη μορφή του πατέρα να απουσιάζει παντελώς, αφού τον πήρε ο χάρος πολύ νωρίς, και με φοβερές οικονομικές στερήσεις. Χρόνια που δε θα μπορούσαν να σβηστούν από τη μνήμη της με τίποτα. Και μετά στα πρώτα χρόνια της στο Λονδίνο και στην τεράστια προσπάθεια που είχε καταβάλει να
σπουδάσει χωρίς οικονομικό στήριγμα, στις τόσες πολλές δουλειές που έκανε στο Λονδίνο για να επιβιώσει, στην απογοήτευση που της έδωσαν κάποιοι άσπονδοι φίλοι και ιδιαίτερα η συγκάτοικός της, όμως και στην αγάπη του Φρανσουά που της ήταν πολύτιμη . Η ουσία ήταν μια: δεν ήταν πια το ίδιο άτομο που έφτασε για πρώτη φορά στο σταθμό Βικτώρια με όνειρα κλεισμένα σε μια μικρή φτωχική βαλίτσα.
Άλλαξε ρούχα, φρεσκαρίστηκε, πήρε την τσάντα της και κατέβηκε για να τηλεφωνήσει στο Φρανσουά. Ο τηλεφωνικός θάλαμος κοντά στο μετρό δε λειτουργούσε όπως συνέβαινε συχνά, και έπρεπε να περπατήσει κάμποσο μέχρι να βρει άλλο, μόνο και μόνο για να απογοητευτεί με το άκουσμα της φωνής της μητέρας του, που της είπε ψυχρά ότι ο γιος της είχε βγει εδώ και ώρα. Προχώρησε κατσουφιασμένη στο μετρό και κατέβηκε για να πάρει το τρένο . Δεν είχε καμιά διάθεση να κλειστεί στο δωμάτιό της με μια τέτοια λιακάδα. Δεν ήξερε ούτε που ήθελε να πάει ούτε τι ακριβώς ήθελε να κάνει. Μέσα στο βαγόνι αποφάσισε ότι μια βόλτα στις όχθες του Τάμεση ενδεχομένως να της έκανε καλό. Έτσι κατέβηκε στο Ουέστμινστερ και μπήκε στον πρώτο τηλεφωνικό θάλαμο που βρήκε μπροστά της. Ο Φρανσουά απάντησε ο ίδιος στο τηλέφωνο. Η μητέρα του ούτε που του είχε αναφέρει ότι η Λώρα τον είχε καλέσει προηγουμένως. Όταν του ζήτησε να συναντηθούν, της πρότεινε το σπίτι του σαν χώρο συνάντησης, αν συμφωνούσε κι αυτή, αφού όλοι θα έφευγαν και θα ήταν μόνος. Η Λώρα ούτε που ήθελε να το σκεφτεί.
- Θα είμαι στο παρκάκι απέναντι από τη Βουλή , του είπε. Αν θέλεις, έλα να με βρεις.
- Και τι κάνεις εκεί κάτω, τη ρώτησε απορημένος.
- Αφουγκράζομαι, απάντησε αυτή.
- Τι; Παράξενη που είσαι κάποτε. Καλά, καλά, ας σου κάνω κι αυτό το χατήρι, της είπε, αν και η στάθμευση θα είναι μαρτύριο σε τέτοια περιοχή.
- Έλα με το μετρό τότε, του είπε.
- Τρένο εγώ, ποτέ! Δε μου αρέσουν οι σαρδέλες. Θα είμαι εκεί σε περίπου μια ώρα, της είπε κατεβάζοντας το ακουστικό.
Αυταπάτες
Σκηνή Τέταρτη
(σελ.36 - 38)
(Η Μαίρη, ο Φαίδωνας και ο Άρης)

ΜΑΙΡΗ: Τι κάνεις εσύ εδώ;
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: (Τραγουδιστά) Κου, κου, αγαπούλα.
ΜΑΙΡΗ: Δε σου ‘πα να μην έρχεσαι αυτές τις ώρες;
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Να μπω;
ΜΑΙΡΗ: (Τον πλησιάζει και τον τραβά μέσα.) Γρήγορα. Θα σε δει κανένα μάτι. Μα τι κάνεις εδώ; Ο Άρης είναι μέσα. Δεν το σκέφτηκες αυτό;
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Και καλά τι μ’ αυτό; Παίρνει την καθημερινή του σιέστα τέτοια ώρα. Έλα. (Την αρπάζει από τη μέση.) Φίλα με.
ΜΑΙΡΗ: Μα τρελάθηκες; Φύγε, γρήγορα!
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Δεν πάω πουθενά αν δεν πάρω αυτό που θέλω. (Την αρπάζει ακόμα πιο σφιχτά.)
ΜΑΙΡΗ: Εγώ φταίω που σου ‘δωσα το κλειδί.
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: (Την φιλά και αυτή ανταποκρίνεται.) Έλα βρε χαζό, αφού το θέλεις και συ, γιατί κάνεις έτσι;
ΜΑΙΡΗ: (Χαμογελώντας.) Είναι που ξέρεις ότι δεν μπορώ να αντισταθώ και τα κάνεις όλα αυτά. Το ξέρεις πως θα τη γλυτώσεις.
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Με τραβάς σαν μαγνήτης, με τρελαίνεις. (Τη χαϊδεύει.) Έλα να το κάνουμε τώρα.
ΜΑΙΡΗ: (Προσπαθεί να του ξεφύγει αναστατωμένη.) Μα είναι μέσα, δε γίνεται.
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Πάλι αυτός, αυτός! Εγώ σε θέλω δική μου, ολόδικη μου, αποκλειστικά δική μου. Αυτός πρέπει να σταματήσει να υπάρχει. Δεν αντέχω άλλο, θα τρελαθώ!
ΑΡΗΣ: (Ακούγεται η φωνή του από την κρεβατοκάμαρα.) Ποιος είναι, Μαίρη;
ΜΑΙΡΗ: (Με φωνή αναστατωμένη.) Κανείς αγάπη μου. Ένας πλασιέ. Φεύγει τώρα.
ΑΡΗΣ: Σε πέντε λεπτά θα είμαι έτοιμος.
ΜΑΙΡΗ: Μη βιάζεσαι, με την ησυχία σου. Έχουμε όλο το απόγευμα δικό μας. (Προς τον Φαίδωνα.) Τ’ ακούς; Φύγε τώρα!
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Αγάπη μου, τον λες αγάπη μου, ενώ υπάρχω εγώ; Σε ποιόν από τους δυο λες ψέματα, σε ποιόν;
ΜΑΙΡΗ: Έλα Φαιδωνάκι μου (ναζιάρικα), φύγε τώρα, θα με βάλεις σε μπελάδες, δεν το καταλαβαίνεις;
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Δε φεύγω αν δε μου πεις πότε θα βρεθούμε οι δυο μας, ήρεμα κι ωραία χωρίς αυτόν τριγύρω.
ΜΑΙΡΗ: Το βράδυ στις έξι έχει συνάντηση με τους γονείς κάποιου τμήματος στο σχολείο. Δε θα γυρίσει πριν από τις εννιά. Μου το’ πε από χθες.
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Από χθες το ξέρεις και ούτε που τηλεφώνησες να με ειδοποιήσεις. Αυτά τα καψόνια μου κάνεις και με τρελαίνεις.
ΜΑΙΡΗ: Άντε φύγε τώρα, θα σε περιμένω στις έξι ακριβώς.
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Δε φεύγω έτσι! Ένα φιλί για το δρόμο, να με κρατάει ζωντανό μέχρι απόψε!

(Την αρπάζει και τη φιλά με πάθος. Από το παράθυρο που ανοίγει στον κήπο φαίνεται ο Μιχάλης να κοιτάζει έντρομος την σκηνή χωρίς όμως να γίνεται αντιληπτός.)

ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Σε θέλω, σε θέλω πολύ. Πάμε να φύγουμε, να εξαφανιστούμε, να χαθούμε στον ορίζοντα, να γίνουμε πουλιά!
ΜΑΙΡΗ: Έλα χρυσέ μου, μην κάνεις σαν μωρό παιδί! Προσγειώσου! Λίγες ώρες είναι μέχρι το βραδάκι, μην είσαι τόσο ανυπόμονος.
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Σ’ αρέσει όμως που είμαι ανυπόμονος, που σε θέλω τόσο. (Την σφίγγει στην αγκαλιά του.)
ΜΑΙΡΗ: Μ’ αρέσει πολύ, αλλά σε παρακαλώ φύγε τώρα. (Προσπαθεί να του ξεφύγει.)
ΦΑΙΔΩΝΑΣ: Γεια σου αγάπη μου, κούκλα μου. (Φεύγει χαρούμενος.)

(Η Μαίρη κλείνει την πόρτα και ενώ φτιάχνει τα μαλλιά της μπαίνει ο Άρης.)

ΑΡΗΣ: Να’ μαι και εγώ, γυναικούλα μου! Έτοιμος! Πάμε να φάμε;
ΜΑΙΡΗ: (Τον κοιτάζει με απάθεια.) Πάμε.

Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα σε τρείς διαστάσεις
Απόσπασμα από το τρίτο μέρος «Ο Δραματουργός Φεδερίκο»
Κεφάλαιο Τέταρτο
«Η Λορκιανή Τριλογία» (σελ. 153-156)
Ο Ματωμένος Γάμος κινείται γύρω από ένα άξονα με δυο δράματα, εκείνο του σαρκικού και εκείνο του μητρικού. Η Μάνα στην πρώτη κιόλας σκηνή καταριέται τα μαχαίρια και αυτόν που τα δημιούργησε προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για το δράμα που θα ’ρθει: “Το μαχαίρι! Το μαχαίρι! Καταραμένα να ’ναι όλα και εκείνος ο κακούργος που τα σοφίστηκε.” ( La navaja, la navaja … Malditas sean todas y el bribón que las inventó.) Ο άντρας της και ο γιος της έχουν δολοφονηθεί και φοβάται που ο δεύτερος γιος της κρατάει μαχαίρι. “Θα προτιμούσα να ήσουν γυναίκα” (Que me gustaria que fueras una mujer). Αυτό όμως δεν έχει καμιά σημασία για τους λορκιανούς χαραχτήρες. Τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες, κατατρώγονται από εσωτερικές επιθυμίες, λιώνουν από πάθη όπως ο έρωτας, η ζήλεια, το μίσος, η εκδίκηση, τα λεφτά και ύστερα πορεύονται με μαθηματική ακρίβεια προς το θάνατο.

Όπως ήδη ανάφερα, ο Λόρκα έδωσε ώθηση στους γυναικείους χαραχτήρες στη θεατρική σκηνή. Δεν τον απασχολούν οι αντιδράσεις των αντρών αλλά η ψυχοσύνθεση της γυναίκας, της καταπιεσμένης Ισπανίδας γυναίκας της εποχής του. Γι’ αυτό όλα του σχεδόν τα έργα έχουν γυναικεία ονόματα στον τίτλο. Η Νύφη στο Ματωμένο Γάμο είναι η καταπιεσμένη γυναίκα της υπαίθρου που πρέπει να παντρευτεί αυτόν που έχουν διαλέξει οι δικοί της και όχι τον άντρα που η ίδια αγαπά. Τα αίμα της βράζει όμως, η ζέστη την πνίγει “ Δεν μπορώ να μείνω εδώ μέσα, έχει ζέστη” (No se puede estar ahί dentro, del calor) (Πράξη Δεύτερη, Εικόνα Πρώτη), «οι τοίχοι βγάζουν φωτιά», (Echan fuego las paredes ) (Πράξη Δεύτερη, Εικόνα Πρώτη). Για να μην καεί, πρέπει να φύγει, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, όπως όταν κάποιος βρίσκεται μέσα σε αληθινή φωτιά. Και η Νύφη, δυναμική όπως όλοι σχεδόν οι γυναικείοι χαραχτήρες του Λόρκα, θα κάνει αυτό που εκείνη θέλει αψηφώντας για τις συνέπειες όπως για παράδειγμα η Γέρμα, η Αδέλα. Θα φύγει με το Λεονάρδο, που είναι από την οικογένεια των φονιάδων, ακόμα έναν επιπρόσθετο στοιχείο εναντίον του.

Στην τελευταία εικόνα του έργου αντιπαραθέτει αφ’ ενός δυο στοιχεία της φύσης, τη φωτιά και το νερό, και αφ’ ετέρου τους δυο πόλους του άξονα, το σαρκικό και το μητρικό. Αφού η Νύφη έχει ξεσπαθώσει πια, λέει στη Μάνα: « Εγώ ήμουνα μια γυναίκα καμένη, γεμάτη πληγές κι από μέσα κι από έξω, και ο γιος σου ήταν μια σταλιά νερό και γω τα περίμενα όλα απ’ εκείνο, παιδιά, γη, ευτυχία, όμως ο άλλος ήταν ένα ποτάμι σκοτεινό, γεμάτο κλαδιά ….» (Yo era una mujer quemada, llena de llagas por dentro y por fuera, y tu hijo era un poquito de agua de la que yo esperaba hijos, tierra, salud; pero el otro era un río oscuro, lleno de ramas…). Χρειάζεται ένα ποτάμι για να σβήσει τη φωτιά της. Για τη μάνα όμως τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους γιους και τον άντρα της. Ο πόνος είναι διπλός μα πάντα γυναικείος.

Ο Ματωμένος Γάμος είναι γραμμένος σ’ ένα πρωτοποριακό στυλ πρόζας και ποίησης. Η ποίηση βγαίνει αυθόρμητα σε στιγμές έντονης εσωτερικής έντασης όπως ένα σεισμός ακολουθεί την έκρηξη κάποιου ηφαιστείου. Μετά από κάθε σεισμική δραστηριότητα επέρχεται μια ανήσυχη ηρεμία, όπως ακριβώς μετά από τα ποιητικά κομμάτια. Ο τίτλος του έργου αντιπαραθέτει το γάμο (bodas) σαν κοινωνικό θεσμό στον οποίο οι Ισπανίδες υποκύπτουν κάτω από τις πιέσεις της οικογένειας, και το αίμα (sangre) που συμβολίζει το πάθος, μόνο που στο έργο αυτό, ο γάμος στερείται του πάθους, που στην ουσία βρίσκεται έξω από την τελετή, είναι δηλαδή ένα παράνομο πάθος με όλες τις συνέπειες που ακολούθησαν.

Η σκηνή που έχω μεταφράσει και ακολουθεί δείχνει το πάθος μα και τον φόβο των δυο ερωτευμένων, είναι τα συναισθήματά τους που έχουν ξεχειλίσει, έχουν εκραγεί και δίνονται σε στίχο. Ο Λόρκα, ώριμος και έμπειρος πια θεατρικός συγγραφέας, χρησιμοποιεί διάφορες τεχνικές στη γραφή του, τεχνικές που συναντά κανείς στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία ή κατά το 17ον αιώνα στους Γάλλους κορυφαίους δραματουργούς Πιέρ Κορνέγ (Pierre Corneille) και Ζαν Ρασίν (Jean Racine). Χρησιμοποιεί δηλαδή:
α) Παρομοίωση: “Κι αν με σκοτώσεις δε θελήσεις σαν μια μικρή έχιδνα” (Y si no quieres matarme como a víbora pequeña).
β) Μεταφορά: “τι κομμάτια από γυαλί έχουν σφηνωθεί στη γλώσσα μου” (¡ Qué vidrios se me clavan en la lengua!).
γ) Σχήμα οξύμωρο: “ Το αίμα μου μαύρο γίνηκε με βελόνες από ασήμι ” (Con alfileres de plata mi sangre se puso negra).
δ) Πρωσοποποίηση: “Ο ύπνος τη σάρκα μου γέμιζε με αγριόχορτα” ( el sueño me fue llenando las carnes de mala hierba).

Με αυτές τις τεχνικές δημιουργεί έτσι μια ιδιαίτερα δυνατή σκηνή. Η φωτιά που καταστρέφει έχει πάρει διαστάσεις “Καίγεται η φωτιά με τη φωτιά” (Se abrasa lumbre con lumbre) λέει ο Λεόναρδο, δυο φωτιές έχουν ενωθεί και έχουν πάρει διαστάσεις, είναι εκτός ελέγχου.

Οι στίχοι πάλλονται από συμβολισμό και από τα βίαια, γεμάτα πάθος συναισθήματα δυο ανθρώπων που, αν και χωρικοί, μιλούν σαν ποιητές, ξεγυμνώνοντας την καρδιά τους έτσι όπως κάνει ένας ποιητής όταν διαβάζει στίχους του σε άλλους: “Καρφιά από φεγγάρι ενώνουν τη ζώνη μου και τους γοφούς σου” (Clavos de luna nos funden mi cintura y tus caderas). Η Νύφη, για να ικανοποιήσει το πάθος της, δέχεται την ταπείνωση που φέρνει η πράξη της, κάτι που θα κάνει και η Αδέλα στο Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα:

“Κι εγώ στα πόδια σου θα κοιμηθώ για να προσέχω τα όνειρά σου. Γυμνή, κοιτάζοντας τον κάμπο σαν να ήμουν μια σκύλα, γιατί αυτό είμαι!” (Y yo dormiré a tus pies para guardar lo que sueñas. Desnuda, mirando al campo, como si fuera una perra, ¡porque eso soy!).

Όλες αυτές οι προαναφερθείσες τεχνικές δεν έχουν διακοσμητικό χαραχτήρα, αντίθετα προετοιμάζουν το έδαφος για το δράμα που επίκειται.
 
Τα ποιήματα της Ευρώπης (Δίγλωσση Έκδοση)
Γάλλια - Λουζινιάν
(σελ.66, 67)
Γαλλία

Λουζινιάν

Το έντονο φως του ήλιου θύμιζε Κύπρο
και της πήγαινε της Λουζινιάν.
Μ΄ αρέσει να ψάχνω.
Νόμιζα πως θα ΄πρεπε να ανασκαλέψω τις στάχτες.
Όλα όμως ήταν εκεί.

Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, οι Ναϊτες
και ο Γκυ ντε Λουζινιάν να αγοράζει το νησί
για εκατό χιλιάδες χρυσά νομίσματα.
Παζαρέματα βασιλιάδων! Δοσοληψίες.
Δεκαοχτώ οι ρε των Λουζινιανών.
Τριακόσια χρόνια προκάλεσαν
την ευαισθησία του Δάντη και του Τσώσερ.
Τολμηρός, ο ρε Πιέρ ο Πρώτος δε φοβάται
να αγαπήσει την Αροδαφνούσα από τη Χούλου.

Το παλάτι των Λουζινιανών δεν στέκει.
Μα περπατώ στα απομεινάρια του κάστρου που προστάτευε την πόλη.
Τη θέση των βασιλιάδων έχει πάρει η νεράϊδα Μελυζίν,
που μεταμορφωνόταν σε φίδι τα Σάββατα
και έχτισε τους πύργους της περιοχής.
Μα οι Λουζινιανοί με δέχτηκαν σαν συγγενή
που ήρθε από μακριά για επίσκεψη.

Ο σημαντικότερος δρόμος της Λουζινιάν
λέγεται οδός Κύπρου.

Λουζινιάν, Γαλλία
Τρίτη 13.8.2003

 

France

Lusignan

The intense sunlight was reminiscent of Cyprus
and it was so befitting Lusignan.
I like searching.
I thought I had to stir the ashes.
But everything was there.

Richard the Lionheart, the Templars
and Guy de Lusignan buying the island
for a hundred thousand gold pieces.
Deals of kings! Transactions.
Eighteen Lusignan kings.
Three hundred years triggered
the sensitivity of Dante and Chaucer.
Daring King Peter the First is not afraid
to love Arodafnousa from Choulou.

The palace of Lusignan is no longer there.
But I walk along the remnants of the castle that protected the city.
The place of the kings has been taken by the fairy Melusine,
who transformed into a snake on Saturdays
and built the castles of the region.
But the Lusignans welcomed me as if I were a relative
coming from afar to visit.

The major road of Lusignan
is called Cyprus Road.

Lusignan, France
Tuesday 13.8.2003
Παλίρροιες
Ποίημα:
Συναυλία στο Κούριο
(σελ. 40-41)
Σαν μπλέχτηκαν
οι φθόγγοι,
στάχυα κιτρινωπά,
πολιορκητές ανελέητοι
ατέλειωτου φεγγαριού
πάνω από
αρχαία ερείπια,
σε μάζεψα
κομμάτι
κομμάτι,
μέσα απ’ τις λέξεις
που αντήχησαν αμφιθεατρικές.

Στριμώχθηκες
Μέσα στις πέτρες
που κουβάλησαν
οι πρόγονοί σου
οι πρόγονοί μου
παθητικός – ή ενεργητικός; - δέκτης
εμπορίου μουσικής,
ημίθεος
απ΄ τα χειροκροτήματα.

Και σε ψάχνω
στις χαραμάδες
δίχως ήχο
στο πληθωρικό τοπίο
αρχαίου πολιτισμού, και με τρομάζουν
τα μεγάφωνα
και οι ενισχυτές
που συναντώ
ανάμεσα στους δικούς σου θεούς
ανάμεσα στους δικούς μου θεούς.

Και σε βρίσκω αναζητώντας σε.
Και σε χάνω βρίσκοντας σε.

Μη σκοτίζεσαι.

Οι θεοί δεν ξύπνησαν ακόμα.
Ηλιοστάλαγμα
Ποίημα: Άνθρωποι και
Συρματοπλέγματα
(σελ. 5)
Γυψόπετρες αραδιασμένες κατά γραμμή
στη θάλασσα,
για να χωρίσουν την κολυμβητική περιοχή
των πλουσίων
απ’ εκείνη των φτωχών.
Φίλοι που πίνουν καφέ παρέα
στα ξενοδοχεία πολυτελείας
για να ταυτίσουν το γούστο τους
με τη μόδα της εποχής.
Άνθρωποι που χορεύουν
στις δισκοθήκες
για ν΄ ακολουθήσουν το ρυθμό της μουσικής,
το φλερτ, της νυχτερινής ζωής.
Συρματοπλέγματα που χωρίζουν
την πατρίδα μου
για να μας θυμίζουν πως δεν μπορούμε
να δρασκελίσουμε στο δικό μας βορρά.
Πράσινες γραμμές που σημαδεύουν
τη νεκρή ζώνη
Για να αποδείξουν ότι τη χώρα μας την έχουν πατήσει ξένοι.
Στρατιώτες εισβολείς που κατακλύζουν
το δικό μας χώμα
για να διαλαλήσουν πως η δικαιοσύνη
είναι μια λέξη ουτοπίας.