Ανδρεανή Ηλιοφώτου

Πληροφορίες μέλους: 
Κατηγορία: Ποίηση, Θεατρικό, Διήγημα, Δοκίμιο - Μελέτη
Τόπος Γέννησης: Λευκωσία
Σπουδές: Φιλολογία, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών
Επαγγελματική Σταδιοδρομία:

Φιλόλογος σε σχολεία Μέσης Παιδείας

Για εννέα χρόνια (1981-1990) αποσπασμένη στην Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, συνεργάστηκε στη συγγραφή αξιόλογων σχολικών βοηθημάτων για τη διδασκαλία των Νέων και Αρχαίων Ελληνικών (γλώσσας και γραμματείας), στο Λύκειο «Δοκίμια Λυκείου», «Πλάτωνος-Πρωταγόρας», «Σοφοκλέους-Οιδίπους Τύρρανος», «Αίας-Θουκιδίδου», «Περικλέους Επιτάφιος», κα.

Τιμητικές Διακρίσεις: Πρόεδρος της Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του «Ομίλου Πνευματικής Ανανεώσεως», μέλος του ΕΠΟΚ και της Φιλοσοφικής Εταιρίας Κύπρου. Διετέλεσε Αντιπρόεδρος της «Πνευματικής Αδελφότητος Ελληνίδων Κύπρου.
Εργογραφία: - Παρενθέσεις, Διηγήματα, Λευκωσία 1973
- Μορφές και Θέματα, Μελέτη-Δοκίμιο-Ταξιδιωτικό, Λευκωσία 1978
- Όραμα Ελληνικό, Ποιήματα 1995
- Αναδύσεις και Θεωρήσεις, Δοκίμια-Ποιητικά αναγνώσματα 1996
- Η ομοψυχία της ηγεσίας στα Εθνικά Θέματα και ειδική αναφορά στο Κυπριακό, Μελέτημα, Δεύτερη Έκδοση, Λευκωσία 2007
- Χρυσάνθη Ζιτσαία, Τιμητικό Αφιέρωμα στη μνήμη της 1995
- Πρόσωπα και Κείμενα της Γραμματείας μας (δοκίμια) 2001
- «Κατασκευές»-Διηγήματα - Βράβευση: Grand Prix (Πρώτο βραβείο) APPEL, France
- Εξομολογήσεις-Ποιήματα 2003
- Η μοίρα της Ελένης-Τρεις Μοναχικές Γυναίκες (θεατρικά) 2005
- Ενδημικά-Συγκαιρινά και Διαχρονικά (δοκίμια) 2008
- Εικασία θανάτου-Ποίηση 2009
- Τέσσερα θεατρικά κείμενα 2011
Διεύθυνση: Ιωάννη Συκουτρή 3, Διαμ 402, 1076 Λευκωσία

 

Βιβλία:
Ενδημικά-Συγκαιρινά και Διαχρονικά (δοκίμια) 2008
 

Παιδεία της διάλυσης και διαλυτική εγωδουλία

Πραγματική άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου· δεν δέχεται μόνο τα έλλογα μηνύματα της διάνοιας, μα αναπνέοντας την περιρρέουσα ατμόσφαιρα οσμίζεται τους ελλοχεύοντες κινδύνους, τα αιωρούμενα πάθη, τον έρωτα και το θάνατο· ανασκαλεύει τα οικεία κακά, νοσταλγεί χαμένους παιδικούς παραδείσους. Πόσο χαρακτηριστικά ο Ηράκλειτος διατυπώνει πως τα πέρατα της ψυχής δεν μπορείς να τ’ ανακαλύψεις: «ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο, πάσαν επιπορευόμενος οδόν· ούτω βαθύν λόγον έχει».

Λειτουργεί όμως η ψυχή έτσι όπως περιγράψαμε, όταν παραμένει ανοιχτή και άγρυπνη και δεν αυτοεγκλωβίζεται στο εγώ· όταν ζει, υπάρχει, αγωνίζεται στραμμένη προς του άλλους, προς τους συνυπάρχοντες και συμβιούντες συνανθρώπους της. Λογικό, κοινωνικό και πολιτικό ον ο άνθρωπος, απέβαλε με την πάροδο του χρόνου τη βαρβαρότητα της εγωϊστικής αυτομόνωσης και οίκησε πόλεις, εγκαθιδρύοντας νόμους, θεσμούς και κανόνες προς εξασφάλιση της τάξης, της ευημερίας, της ελευθερίας και βέβαια προς καταστολήν της βίας, εάν παρουσιαζόταν. Έτσι δημιουργήθηκε αυτό που αποκαλούμε πολιτεία, κράτος· «πολιτεία τροφή ανθρώπων εστί, η μεν αγαθή αγαθών, η δ’ εναντία κακών». Τρέφει λοιπόν και άγει η πολιτεία τους ανθρώπους, κυριολεκτικά και μεταφορικά θα λέγαμε ή, αν θέλετε, τους χειραγωγεί και τους παιδαγωγεί με τους νόμους, τους θεσμούς, τους στόχους, τα ιδανικά, την πίστη, την παράδοση· κι αυτό αρχίζει από τα τρυφερά τους χρόνια με ό,τι αποκαλούμε συνήθως παιδεία, εκπαίδευση.

Παιδεία και Πολιτεία είναι καταστάσεις αλληλένδετες. Οι Έλληνες, που πρώτοι στην ιστορία ανακάλυψαν τη δημοκρατία ως το μέσο πολίτευμα που εξισορροπεί τα ανθρώπινα ανάμεσα στην ελευθερία και τη δύναμη-εξουσία, ανέδειξαν και την παιδεία ως μορφοποιητική δύναμη του ανθρώπου και ολόκληρης της ζωής του, ως ανθρωπισμό. Ο κορυφαίος Ελληνιστής Werner Jaeger είναι η ανακάλυψη του υποκειμενικού εγώ, αλλ’ η συνειδητοποίηση των γενικών περί της ουσίας του ανθρώπου νόμων. Η πνευματική αρχή των Ελλήνων δεν είναι η ατομοκρατία, αλλά ο ανθρωπισμός».

Η εκπαίδευση σήμερα – κυρίως η Μέση – τελεί υπό διάλυση και δεν είναι’ ανάγκη να επιχειρηματολογήσω για να το αποδείξω· και μόνο η άσκηση βίας κατά καθηγητών, η καταστροφική μανία κατά του σχολικού περιβάλλοντος, ο ετσιθελισμός, η βαθμοθηρία συνιστούν έναν άνευ προηγουμένου εγωκεντρισμό. Αυτή η κατάσταση καθρεφτίζει την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, τη φθορά μέχρις ανυπαρξίας των θεσμών. Διότι στην πράξη βρίσκει κανένας το δίκαιό του στα δικαστήριά μας; Τιθασσεύεται η ασυδοσία των τοπικών φεουδαρχών; Υπάρχει κανένας φραγμός στην προώθηση των συμφερόντων της κάθε κλίκας; Η Εκκλησία, ο γάμος, η οικογένεια πού στέκονται ως θεσμοί; Δυστυχώς η διαλυτική εγωδουλία ισοπεδώνει τα πάντα· την ψηλαφούμε καθημερινά ως αυταρχισμό, φαρισαϊσμό, κολακεία, νεποτισμό, δουλοπρέπεια, μικρόψυχη ιδιοτέλεια, επινοητική απάτη, ευτελισμό του ανθρώπου. Μέσα σε τέτοια ατμόσφαιρα μπορεί να σταθεί εκπαίδευση; Πώς να σεβαστεί ο ανώριμος και παρορμητικός έφηβος το δάσκαλό του; Βρισκόμαστε μπρος σε μια εκπαίδευση διαλυτικά ισοπεδωτική – όλα για όλους – εκπαίδευση της δημαγωγίας, παθητική, χωρίς ενθουσιασμό κι αγωνιστικότητα, χωρίς ασφαλιστικές δικλίδες ελέγχου· όλα βατά και εύκολα. Ο νέος σήμερα δεν υποκινείται ούτε εμπνέεται ν’ αγωνιστεί για να διαπλάσει τον εαυτό του· θεωρείται έτοιμος, ένα κενό εμποροκιβώτιο που θα γεμίσει με γνώσεις. Μα ούτε και ο δάσκαλος τις πιο πολλές φορές τρέφει παιδαγωγικό έρωτα προς το νέο άνθρωπο που θα τον εμψύχωνε να δοθεί σε μιαν ανθρωπιστική αποστολή· απλώς ασκεί ένα βιοποριστικό επάγγελμα, όσο γίνεται με λιγότερο κόπο και περιβάρηση. Η μόρφωση, η καλλιέργεια, η αγωγή. Ο εξανθρωπισμός δεν είναι το επιδιωκόμενο, αφού φαντάζει τελείως άχρηστο μέσα στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα: δεν θα αποφέρει χρήμα ούτε επαγγελματική αποκατάσταση ούτε θα εκτιμηθεί δεόντως από κανέναν. Αρκεί κάποιος να έχει μέσα, να κολακεύει τους κρατούντες, να μην έχει ούτε ιερό ούτε όσιο, να προτάσσει και να επιβάλλει τον εγώδουλο κυνισμό του και θα πετύχει· θα γίνει μάλιστα και διάσημος.

Νομίζω πως δεν απέχουμε πολύ από τη χαρακτηριστική πλατωνική ρήση που αποδίδει την κατάσταση της αναρχούμενης και εν παρακμή κοινότητας: «ούτε τα ζώα πια εφοβούντο τους ανθρώπους».

ΔΗΛΟΣ
Από την ποιητική συλλογή «’Οραμα Ελληνικό»
Μοναχική μελαγχολία των ερειπίων,
απογυμνώνεις το μύθο
μες στο καταλυτικό φως του Απόλλωνα.
Πετρωμένο το αίνιγμα της μοίρας
αιωρείται στο χάος
κι ο Φοίβος «ουκέτι έχει καλύβαν».

 

Δήλος, θαλασσογέννητο φανέρωμα στοργής,
σαν σβήστηκε η πηγή
του «ζώντος ύδατος» της πίστης,
απόμεινες κατάστεγνη πέτρα,
πυρωμένη γύμνια θανάτου,
ένα τέλος χωρίς αύριο …
Ο θάνατος … ο θάνατος το μόνο
σταθερό αμετάκλητο σήμα,
χωρίς ουράνιες βασιλείες.
Η αλήθεια του ήλιου, η μόνη αλήθεια
πυρ αείζωο, που καταλύει όλα τα ψιμύθια.

Φοίβε χρησμοδότη, ποιος έπαιξε
κάποτε με τη μοίρα των Λαβδακιδών
«χωρίς περίσκεψιν, χωρίς αιδώ»,
ανυποψίαστος για τη δική του, τυφλός
στο υπέρλογο φως της ταπείνωσης;
Ο τροχός του αχανούς χρόνου,
βύθισε στο έρεβος την πολύχρυση λατρεία
κι η γενέθλια γη σου, γυμνή, έρημη χώρα.

Χ
Από την ποιητική συλλογή «Εικασία θανάτου»
*Στίχοι του Γ. Σεφέρη (Μυθιστόρημα ΚΑ’, Ποιήματα)
Άλαλη, ανέλπιδη, έρημη,
λουσμένη στ’ ανοιξιάτικο φως
των νεκρών η πολιτεία
Μαύρα κοράκια κρώζουν παράτονα
στον ουρανό της καρδιάς,
σκορπώντας αποκαΐδια πόνου
στη χέρσα ενδοχώρα.

 

Κι εγώ οφειλέτης μιας ξένης ζωής
που δε μου χαρίστηκε,
δεσμώτης σ’ ένα ανέλπιδο αύριο
νιώθω «πως έχει ο θάνατος
δρόμους ανεξερεύνητους
και μια δική του δικαιοσύνη»*.

Κι όλο μελετώ στη σιωπή
με τα μάτια ψηλά
την ολόκληρη απώλεια,
κρυστάλλινο πολυέλαιο
κρεμασμένο στον ουρανό,
να διαθλά το φως της ημέρας
να σκίζει τα σκοτάδια της νύχτας
μνημονεύοντας νυχθημερόν
το μέγα Μυστήριο

Ανείπωτο κάτι ο θάνατος,
λάφυρο της αιώνιας σιωπής.
κι η σοφία της σιωπής
ένα αγύρευτο κόσμημα
μες στ’ αλαλάζοντα κύμβαλα του πλήθους.

ΓΝΩΘΙ Σ’ ΑΥΤΟΝ
Περιοδικό «Πνευματική Κύπρος»,
Τεύχος 426
Ένας φωτεινός θεός, το εντέλλονταν:
Γνώθι σαυτόν.
Γραμμένο με γράμματα χρυσά
στην πόρτα του.

 

Κι ένας ασκημομούρης γέρος
Πολύ στα σοβαρά το πήρε
Και ξημεροβραδιάζονταν
Στις αγορές και τις παλαίστρες
Καλύτερους να κάμει τους ανθρώπους

Ταρακουνήθηκαν λοιπόν
Οι μεγαλόσχημοι: σοφοί,
Πολιτικοί, ποιητές και δικολάβοι.
Και την ξαπόστειλαν
Την αλογόμυγα1 που εννοούσε
Να ενοχλεί και να εξετάζει:
«Ο δ’ ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω.

Μα τι, θαρρούσε πως λογίζεται
Ζωή, με δίχως αυταπάτες!

  1. Ο Σωκράτης στην «Απολογία» του παρομοιάζει τον εαυτό του με αλογόμυγα ταγμένη από τον θεό να ξυπνά τους Αθηναίους από τον πνευματικό τους λήθαργο.
ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (Διήγημα)
 

Η Αντιγόνη ήταν η πρώτη μες στην οικογένεια που βρήκε τον εαυτό της ύστερ’ από το μεγάλο κακό. Σαν βρέθηκαν μες στο αντίσκηνο γυμνοί και πεινασμένοι, σκέφτηκε πολλές φορές να σκοτωθεί, να πάψει να βλέπει και να σκέφτεται τούτη τη συμφορά. Ώρες-ώρες δεν ήξερε αν ονειρευόταν ή αν ζούσε πραγματικά, αν υπήρχε ή αν είχε πεθάνει και βρισκόταν σ’ άλλο κόσμο. Μοναχοκόρη του μπάρμπα Μιχαλιού, του μεγάλου Κερυνιώτη νοικοκύρη, είχε στον τόπο της όλα τα καλά και τα’ αγαθά του Θεού: η ζωή της ήσυχη, απλή κι ευλογημένη. Σε τούτη τη μυριόχαρη μικρή πολιτεία γεννήθηκε, έβγαλε το σχολείο, γνώρισε κι αγάπησε τον Κωστή, το σύντροφο της ζωής της.

Νοικοκυρόπουλο κι εκείνος, ταιριαστοί στην ομορφιά και την καλοσύνη, παντρεύτηκαν μικροί κι έφτιαξαν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Πρώτη ήλθε να συμπληρώσει την ευτυχία τους και να δέσει ακόμα πιο σφιχτά γονιό και παιδιά η Ελενίτσα.

Σαν είδε το κοριτσάκι ο μπαρμπα-Μιχαλιός παρηγορήθηκε πραγματικά, πέταξε μακριά τον καημό: λες και ξαναγεννήθηκε η αγαπημένη του γυναίκα που την έχασε νέα ξαφνικά κι αναπάντεχα, εκεί που άλλα λογάριαζε κι ονειρεύονταν. Έδωσαν λοιπόν στο κοριτσάκι τ’ όνομά της , η Αντιγόνη το αποκαλούσε όλη την ώρα «μάνα μου, μανούλα μου» κι ο μπαρμπα-Μιχαλιός περνούσε ώρες πάνω από την κούνια του μωρού, να το βλέπει και να μην το χορταίνει.

- Αχ, πώς χαμογελάει, έλεγχε στην κόρη του, κοίτα το βλέμμα του, ίδια, ίδια η συγχωρεμένη η μάνα σου. Κι η Αντιγόνη πετούσε στους εφτά ουρανούς, όχι μόνο γιατί αξιώθηκε τη μεγάλη χαρά της μητρότητας παρά και γιατί έκαμε τον πατέρα της να ξανανιώσει: από την ημέρα που μπήκε το μωρό στο σπίτι, το πρόσωπο του μπαρμπα-Μιχαλιού φωτίστηκε, έγινε άλλος άνθρωπος, ξαναβρήκε την παλιά του σβελτάδα, μιλούσε κι αστειευόταν μ’ όλο τον κόσμο, η ζωή του άλλαξε, γέμισε με την έγνοια και τη λατρεία του μωρού, λες κι η χαμένη του γυναίκα ξαναγεννήθηκε. Κι όσο μεγάλωνε το κοριτσάκι τόσο πιότερο δενόταν μαζί του: του ‘παιζε, του τραγουδούσε, το κανάκευε, το πήγαινε στα περβόλια, στο λιμανάκι.

Κι όταν ήρθαν ύστερ’ από την Ελενίτσα και τα δύο αγοράκια, ο Μιχάλης κι ο Δημητράκης πολλές φορές επανέλαβε στην προσευχή το «νυν απολύοις τον δούλο σου, Δέσποτα…». Η ζωή του είχε ολοκληρωθεί, έκλεινε ευτυχισμένα τον κύκλο της.

Μ’ απάνω που όλα πορεύονταν ήσυχα και γαληνεμένα, κτύπησε ο κεραυνός. Βρέθηκαν, λοιπόν, στοιβαγμένοι σ’ ένα αντίσκηνο. Στην αρχή τα είχαν όλοι χαμένα. Η συμφορά μυριοπρόσωπη, σαρωτική δεν χώραγε στο νου και την καρδιά τα’ ανθρώπου. τους σύντριψε ολότελα. Μα η ζωή αρκεί να υπάρχει, δεν μπορεί να σιγήσει για πάντα. έτσι είναι καμωμένος ο άνθρωπος. πληγώνεται, σωριάζεται κάτω σαν το κομμένο δέντρο, όμως κάποια στιγμή συνέρχεται, μπαίνει στο στίβο, προσπαθεί ν’ ανακτήσει τα χαμένα.

Πρώτα λοιπόν συνήλθαν τα παιδιά. Από τη στιγμή που είχαν κάτι να φάνε και δεν πεινούσαν, είχαν ένα κομμάτι ρούχο κι ένα στρώμα να κοιμηθούν, βρήκαν την ξεγνοιασιά τους, έβγαιναν έξω, έσμιγαν με τα’ άλλα παιδιά του καταυλισμού, έπαιζαν με την ψυχή τους, έκαναν δικό τους χωριό. Ύστερα σαν πήγαν στο σχολείο, όλοι τους, δάσκαλοι και συμμαθητές τα’ αγκάλιασαν με περισσή στοργή, σκοτώνονταν να τους καλύψουν κάθε ανάγκη, να τους διώξουν τον πόνο. Ακόμη άνθρωποι της κυβέρνησης έρχονταν στον καταυλισμό, τους υπόσχονταν γρήγορα να τους δώσουν στέγη κι ύστερα ήταν και κάποιες κυρίες που κάθε τόσο κατέφθαναν φορτωμένες, ρωτούσαν επίμονα να μάθους τις ανάγκες τους, τους έδιναν κουράγιο με την καλοσύνη και την αγάπη τους. Ο χειμώνας βέβαια ήταν ανυπόφορος στο αντίσκηνο, μα μέσα στην παγωνιά, φύτρωνε αργά-αργά στα βάθη της ψυχής κι η ελπίδα.

Η Αντιγόνη λοιπόν στάθηκε πρώτη στα πόδια της. και στήριξε με το δικό της θάρρος και τον Κωστή: τον έπεισε να πηγαίνει στο εμπορικό που διεύθυνε ο άντρας της κυρίας Ερατώς να βοηθά, να περνά την ώρα του και να παίρνει κι ένα μισθό.

Είχε να το λέει η Αντιγόνη, πόση αγάπη της έδειξε η κυρία Ερατώ: μεγάλη κι άτεκνη γυναίκα της έδωσε όλη τη στοργή και το κουράγιο που θα ‘δινε στο παιδί της. σαν μάνα την ένιωθε. Και τα παιδιά την ξεχώρισαν από την πρώτη στιγμή. Μόλις τα’ αυτοκίνητο σταμάταγε εκεί μπροστά στον καταυλισμό και κατέβαιναν οι κυρίες, πανηγύρι γινόταν:

- Η κυρία Ερατώ, η κυρία Ερατώ, φώναζαν όλοι μαζί και δεν έβλεπαν καμιά άλλη.

Τώρα το πιο μεγάλο κι άλυτο πρόβλημα της Αντιγόνης ήταν ο πατέρας της. Από την ημέρα που ‘φυγαν από του Χάρου τα δόντια κι ήρθαν στη Λευκωσία, έγινε αγνώριστος, κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τι του είχε συμβεί. Δεν μιλούσε, δεν έτρωγε, δεν σάλευε από τη θέση του. Άσε που με χίλια ζόρια, σαν από θαύμα τον απέσπασαν από τη γη του. Δεν ήθελε να φύγει.

Τις πρώτες μέρες αφηρημένος κι αμίλητος δεν άγγιζε φαγητό. Μες στην αναμπουμπούλα η Αντιγόνη συντριμμένη κι η ίδια, δεν τον πρόσεξε. Ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποίησε πως ο πατέρας της μίκρανε, χωνεύτηκε, έμεινε η σκιά του εαυτού τους.

Σαν είδε πως τα παρακάλια της δεν έβρισκαν ανταπόκριση, αγανάχτησε, έβαλε τις φωνές.

- Δε με φτάνουν όλα τ’ άλλα φώναξε, πρέπει να σε βλέπω και σένα ν’ αργοπεθαίνεις της πείνας; Δεν το αντέχω. Ή θα τρως το φαγητό σου ή να πας αλλού να μείνεις. Από κείνη την ώρα έτρωγε, μα πάντα ήταν αφηρημένος κι αμίλητος.

Ξημέρωσε μια ηλιόλουστη Κυριακή, γεμάτη φως κι ελπίδα. Οι κάμποι είχαν πρασινίσει κι όπως ο ήλιος ανέβαινε και ζέσταινε τα πάντα, σ’ έκανε να ξεγελιέσαι και να πιστεύεις πως ο χειμώνας πέρασε κι ας ήταν Γενάρης μήνας. Όλα τα παιδιά βγήκαν έξω ακράτητα κι έπαιζαν γεμάτα χαρά.

Σε μια στιγμή, η Ελενίτσα, χλομή και δακρυσμένη ήρθε βιαστική και στάθηκε στη μέση τους.

- Μην κάνετε παιδιά τόσο θόρυβο, είπε. Όλοι κλαίνε στο αντίσκηνο, ο παππούς μου πέθανε.

Τα παιδιά βουβάθηκαν. Ήρθαν κοντά της.

- Ήταν άρρωστος; είπε ένα μικρό παιδί, γι’ αυτό και δεν μιλούσε σε κανένα;

- Όχι… όχι, ο παππούς ήταν το στοιχειό του τόπου μας, το στοιχειό της θάλασσας, η ψυχή της όμορφης Κερύνειας. Μίλαγε με τα πουλιά, με τα κύματα, ανθούσε με τα κυκλάμινα και τους λεμονανθούς. Στο σπίτι ερχόταν λίγο, μόνο να κοιμηθεί. όλη μέρα από το περιβόλι στ’ ακρογιάλι, κι από τα’ ακρογιάλι στο περιβόλι έτρεχε. Και το βράδυ μαζευόμαστε όλα τα παιδιά δίπλα του και μας έλεγε παραμύθια-παραμύθια, τα πιο όμορφα παραμύθια του κόσμου. Πόσα και πόσα δεν μας έλεγε! Την κυρά της θάλασσας, τον Αφέντη του Φεγγαριού, τη Γοργόνα και το Μεγαλέξαντρο, την πεντάμορφη Νεράιδα και το μαύρο Κουρσάρο …

Μα ύστερα έγινε Αμίλητος!

Εκείνο το φοβερό πρωί που άρχισε ο ουρανός κι η θάλασσα να βρέχουν φωτιά και σίδερο τρέχαμε όλοι σαν τρελοί από το φόβο και την απελπισία μας. Τέλος αποφασίσαμε να κρυφτούμε σε μια σπηλιά του βουνού για να φυλαχτούμε από το βομβαρδισμό όσο να δούμε τι θα γίνει. Η μάνα μας μάς φώναζε όλα τα παιδιά στη σειρά μήπως και ξεχάσει κανένα. Ο πατέρας μάζευε κάτι απαραίτητα πράγματα να πάρουμε κοντά. Σαν μας είδε και μας πασπάτεψε όλους, θυμήθηκε τον παππού.

«Τι κάνει άραγε», είπε μες στην απελπισία της. «Τρέξε εσύ Ελενίτσα στο περιβόλι να τον φέρεις. Θα τόχω βάρος στην ψυχή να τον αφήσω έτσι». Έβαλα φτερά στα πόδια μου. σε δυο λεπτά βρέθηκα στο περιβόλι. τον βρήκα κάτω από τις λεμονιές να κάθεται ήσυχος, αποσβολωμένος σαν να μην καταλάβαινε τι γινόταν γύρω του. «Γρήγορα παππού» φώναξα. «Έλα μαζί μας. πάμε να κρυφτούμε». Έκανε μια αρνητική κίνηση με το χέρι, χωρίς να πει λέξη. Τότε έβαλα τα κλάματα και τις φωνές. τον αγκάλιαζα και τον τραβούσα. «Λυπήσου μας παππού, πώς να σ’ αφήσουμε μόνο σ’ αυτή την κόλαση. θα μείνω κι εγώ εδώ να πεθάνω μαζί σου, αν δεν έρθεις». Φαίνεται πως με λυπήθηκε γιατί αργά, δακρυσμένος κι αμίλητος σηκώθηκε και μ’ ακολούθησε.

Ο κόσμος έφευγε, όλο έφευγε. Σαν μας είδαν οι άλλοι να ‘ρχόμαστε σταυροκοπήθηκαν. Από τότε ο παππούς δεν μίλησε σε κανένα.

- Όλο αφηρημένος ήτανε. Αν του μιλούσες ούτε σ’ έβλεπε, είπε ένα μελαχροινό κοριτσάκι. Να, όπως μιλούμε στις κούκλες μας και δεν καταλαβαίνουν.

- Χτες το βράδυ όμως πριν πεθάνει μίλησε, μας είπε κι ένα στερνό παραμύθι.

Τα μάτια των παιδιών άνοιξαν διάπλατα γεμάτα έκπληξη κι απορία.

Κι η Ελενίτσα, αφού τα κάθισε γύρω της σε κάτι πέτρες, τους είπε όλα όσα έγιναν το περασμένο βράδυ, ενώ εκείνα κρέμονταν διαρκώς από τα χείλη της.

- Να χτες βράδυ σαν κοιμηθήκαμε όλοι, ο παππούς δεν αισθανόταν καλά. ξύπνησε, στριφογύριζε στο κρεβάτι του και βογκούσε. τον άκουσε η μάνα μου φαίνεται, σηκώθηκε, άναψε τη λάμπα, πήγε κοντά του και τον ρώτησε τι έχει. Εκείνος ανακάθισε λίγο στο κρεβάτι και ψιθύρισε: «Δόξα σοι, Κύριε, η ώρα έφτασε». Ο πατέρας κι εγώ ξυπνήσαμε και πήγαμε κοντά του. «Θέλω και τ’ άλλα παιδιά, είπε στη μάνα μου, να τα’ αποχαιρετήσω». Και σαν είχαμε μαζευτεί όλα τα παιδιά γύρω του λες και τίποτα δεν συνέβαινε, μας χαμογέλασε και μας είπε: «Ακούστε, καλά μου παιδιά, ακούστε παιδάκια όλου του κόσμου το Παραμύθι της Κύπρου:

Στους πολύ παλιούς καιρούς η θεά της ομορφιάς, η Αφροδίτη αγαπούσε σαν πατρίδα της τα Κύθηρα, ένα μικρό νησί που βρίσκεται στο νοτιά, κοντά στην Πελοπόννησο. Εκεί μαζί με τη μάνα της τη Διώνη ζούσε τον περισσότερο καιρό. Έκανε το λουτρό της στις πηγές των Μαγγάνων και της Παλιοβοσκίνας, νανουριζόταν στους αφρούς της θάλασσας, ανέβαινε ως την κορυφή του Κουτσοκέφαλου βουνού κι αναπαυόταν κάτω από τις ολόχρονα ανθισμένες κιτριές του λεμονοδάσους που ‘ταν τριγυρισμένο από τριανταφυλλιές μυρωδάτες και σαν χαλί το σκέπαζαν αμέτρητες άλυκες ανεμώνες. Η Αφροδίτη αγάπησε έναν καιρό τον Άδωνη, ένα πανέμορφο νέο και τον καλούσε στα κύθηρα, γιατί δεν ήθελε να μαθευτεί από τους άλλους Θεούς τούτη η αγάπη της, επειδή ο άντρας της, ο άγριος Θεός του πολέμου, ο Άρης ήταν πολύ ζηλιάρης και φοβόταν μην κάνει κανέναν κακό στον Άδωνη. Γι’ αυτό σαν γέννησε ένα γελαστό, κρινόθωρο κοριτσάκι, το εμπιστεύτηκε στη φροντίδα των καλών ανθρώπων που ζούσαν πέρα από το λεμονοδάσος και σαν μεγάλωσε, έχτισε ένα κυκλώπειο παλάτι στην κορφή του Κουτσοκέφαλου βουνού κι έκλεισε μέσα εκεί την κόρη της που ήταν η ίδια η θεά στην ομορφιά και τη χάρη. φοβόταν μήπως οι κακοί τη βλάψουν και την παραπονέσουν. Μα ξέχασα να σας πω τα’ όνομά της. τη φώναζε Κίτρη, την κόρη της η Αφροδίτη, γιατί γεννήθηκε κάτω από τις ολόχρονα ανθισμένες κιτριές του λεμονοδάσους.

Κάποτε ένας μεγάλος χαλασμός συντάραξε τον κόσμο. Σεισμός άνοιγε της γης τα σπλάχνα, βροντές και κεραυνοί χαλούσαν και ξερίζωναν τα πάντα. Το κυκλώπειο παλάτι στην κορφή του Κουτσοκέφαλου βουνού ανασπάστηκε σαν ένα ελαφρύ ξερόφυλλο και βρέθηκε μέσα στα αφρομανιασμένα κύματα. Η Κίτρη κι όλες οι ακόλουθες π’ όρισε η Αφροδίτη να τη συντρέχουν κέρωσαν απ΄ το μεγάλο φόβο κι η θεά έβλεπε το παλάτι να σκαμπανεβαίνει πάνω στο κύμα και να τρέχει – να τρέχει προς την Ανατολή. Στην αρχή πήρε να ελπίζει πως θα ‘ραξε σε κανένα νησί. Μα σαν είδε να ξεπερνά τη Ρόδο, να βγαίνει στην ανοιχτή θάλασσα και να τρέχει ασταμάτητο, αλαφιασμένη έτρεξε στο Δία, τα’ αγκάλιασε τα πόδια κλαίοντας: «Πατέρα μου, του είπε, μια στεριά για την κόρη μου, μια στεριά για την Κίτρη». Κι ο Δίας τη λυπήθηκε κι έκανε να ξεφυτρώσει στον κόλπο της Ανατολής ένα καινούριο νησί. Στην αρχή είπαν και το νησί Κίτρη σαν την κόρη της Αφροδίτης, μα ύστερα οι έμποροι που το συχνοπατούσαν για να πάρουν το πολύτιμο μετάλλευμά του, το χαλκό και δε γνοιάζονταν για την ομορφιά παρά για το κέρδος, το είπαν Κύπρο. Στην κορφή λοιπόν του Κουτσοβέντη έστησε το παλάτι της η κόρη της Αφροδίτης, η Κίτρη και από κει μπορούσε να κολυμπά στη ζεστή θάλασσα, ή να σεριανά στα μοσχοβολημένα περιβόλια του Καραβά και της Κερύνειας. Κι η Αφροδίτη πια αγάπησε τούτο το νησί πιο πολύ από τα Κύθηρα και τον περισσότερο καιρό της εδώ τον περνούσε. Μάλιστα σαν έφτασε στην πρώτη φορά ταξιδεύοντας στα φτερά των Ανέμων στα δυτικά του νησιού, στην Πάφο, οι άνθρωποι του τόπου την υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά και τη λάτρεψαν κτίζοντάς της ιερά. Ευτυχισμένη η Αφροδίτη, που πήγε πια και τα ονόματα Κύπρη και Παφία, έμενε πολύ καιρό στο νησί και σεργιάναγε παντού σκορπίζοντας στη στεριά και στη θάλασσα τη ζεστή θηλυκάδα της μορφιάς της. Οι άνθρωποι του νησιού πολύ αγάπησαν την Κίτρη, τη φρόντιζαν και την προστάτευαν από τους σκληρούς δυνάστες που κάθε τόσο ξεχύνονταν στο νησί μαγεμένοι από την ομορφιά της. Την έλεγαν Πεντάμορφη Κυρά, Ρήγαινα κι ήταν η ψυχή και το καμάρι τους, η ύπαρξη και τα’ όνειρό τους. Έτσι ζούσαν απλά κι ειρηνικά μέσα στ’ ασύγκριτο θαύμα της ελληνικής μορφιάς χιλιάδες χρόνια. Μα μια μαύρη μέρα ο δαίμονας του κακού τους ζήλεψε. κατέβηκε χρυσοντυμένος και γελαστός και τους έπεισε να πιάσουν και να δουλέψουν τα σύνεργά του: τα όπλα που ματώνουν, π΄ανοίγουν πληγές αγιάτρευτες στις καρδιές, που σκοτώνουν. Αφού λοιπόν έδιωξαν με τούτα τα σύνεργά τους όσους μένους βρίσκονταν στο νησί, έγιναν άπληστοι και σκληροί κι άρχισαν να σκοτώνονται συναμεταξύ τους. Τότες, άδραξαν τούτη την ευκαιρία οι βάρβαροι Ασιάτες πήραν τα φουσάτα τους, μπήκαν στο νησί, ανέβηκαν σφάζοντας και ρημάζοντας τα πάντα στο βουνό, μπήκαν στο παλάτι και σκότωσαν την Κίτρη. Κι ο τόπος αλλιώτεψε κι η ζέστα και το φως χάθηκαν, η θάλασσα αγρίεψε, τα σκολειά κι οι εκκλησίες βουβάθηκαν κι ένα σύννεφο μαύρο σκέπασε τη ζεστή μοσχοβολημένη γη του διογέννητου νησιού, τη γη της Αφροδίτης. Μετανιωμένοι κι απελπισμένοι τότε οι άνθρωποι, όσοι απόμειναν ζωντανοί ύστερα από τούτο το μεγάλο κακό πήραν τον πικρό δρόμο της προσφυγιάς με θρήνους και μοιρολόγια. Άφησαν πίσω τους το χώμα τους, το σπίτι τους, το έχει τους, τον ιδρώτα αναρίθμητων γενιών, τα κόκαλα των γονιών τους, την ψυχή και την αγάπη τους. όλα μέσα τους νεκρώθηκαν, φτερούγισαν σ’ έναν άλλο κόσμο μαζί με την ψυχή της Κίτρης. γιατί η χάρη κι η ομορφιά της ήταν το καμάρι, η ύπαρξη και το όνειρό τους.

Όλα, παιδιά μου, βουβάθηκαν κι ο γερο-Μιχαλιός από την Κερύνεια σαν είδε το ακρωτηριασμένο κορμί της Κίτρης να κείτεται στα πόδια του βάρβαρου, έμεινε αμίλητο έξι ολόκληρους μήνες πλάθοντας μέσα του τούτο το στερνό παραμύθι.

Τέλειωσε παιδιά μου, το παραμύθι ο Θεός να σας λυπηθεί και να σας ευλογεί πάντα».

Η Ελενίτσα με κλαμένα μάτια και σπασμένη φωνή τέλειωσε το παραμύθι. Και τα παιδιά δεν ήταν πια κεφάτα και ξέγνοιαστα όπως πριν. Κάτι από το δράμα του παππού απέμεινε στην ψυχή τους.